Dirijida por Hector Olivera This is an excerpt from the 1979
Argentinian comedy classic, "La Nona".
Σκηνοθεσία Hector Olivera
Αυτό είναι ένα απόσπασμα από το 1979
της Αργεντινής κλασικής κωμωδίας «Η Νόνα ".
Οι φωτογραφίες μου είναι από την παράσταση που έδωσε
ο θίασος ΔΗΘΕΜΑ (Δημοτικό θέατρο Μαραθώνα)
σε σκηνοθεσία Νίκου Γκεσούλη στα πλαίσια
του φεστιβάλ της Κορίνθου τον Αύγουστο του 2009.
Εδώ θα ήθελα να συγχαρώ όλους τους συντελεστάς
της εξαιρετικής αυτής θεατρικής παράστασης
και ειδικά την ηθοποιό που ερμήνευε τη Νόνα.
Η υπόθεση, του θεατρικού έργου « La Nonna»
του Ρομπέρτο Κόσα (Roberto Cossa)
με λίγα λόγια έχει ως εξής:
Μια οικογένεια ιταλών μεταναστών στο Μπουένος Αϊρες.
Η ανύπαντρη κόρη, τα δύο εγγόνια.
Ο πρώτος είναι ένας μεροκαματιάρης με μια γυναίκα
δυναμική και μία κόρη, κι ο άλλος εργένης, καλλιτέχνης
που αρνείται να ενταχθεί στο σύστημα και να δουλέψει.
Ανάμεσά τους μια φιγούρα που στοιχειώνει
την καθημερινότητά τους ακροβατώντας ανάμεσα
στο τραγικό και στο γελοίο: η Νόνα.
Η υπερήλικη γιαγιά τους που συνεχώς πεινάει
και συνεχώς θέλει να τρώει τα πάντα και τους πάντες,
όπως αποδεικνύεται στο τέλος του έργου.
Σε αντίθεση με τον καλλιτέχνη (Τσίτσο) που τρέφεται
με ψίχουλα αλλά ωστόσο είναι ένα μικρό έστω
αλλά επιπλέον βάρος για την οικογένεια.
Τα ταγκό που συνθέτει δεν πρόκειται να εκδοθούν
ποτέ αφού ποτέ δεν τα ολοκληρώνει
και τις περισσότερες ώρες του τις περνάει
στο κρεβάτι του ονειρευόμενος όταν δεν κοιμάται
αρνούμενος, στην πραγματικότητα να παραδεχτεί
την σκληρή πραγματικότατα γύρω του.
Ο Τσίτσο μηχανεύεται διάφορους τρόπους
προκειμένου να μην δουλέψει.
Η Ανιούλα, το μόνιμο θύμα βλέπει να τον άντρα
που αγαπά να παντρεύεται τη μάνα της (τη Νόνα)
επειδή εποφθαλμιά την (ανύπαρκτη) περιουσία της
και αυτό μετά από μία ιδέα του Τσίτσο
που σκαρφίζεται και αυτόν ακόμη τον τρόπο
για να ξεφορτωθούν την Γιαγιά κερδίζοντας ταυτόχρονα.
Η οικογένεια διατυμπανίζει την ηθική της,
αλλά υποκρίνεται πως δεν καταλαβαίνει ότι
η μικρή Μάρθα κερδίζει την ζωή της από την πορνεία.
Την ίδια στιγμή ο πατέρας της δέχεται τη οικονομική
συνεισφορά της στην οικογένεια.
Όλοι τους παραδέχονται ότι πρέπει να βγάλουν
τη Νόνα από τη μέση, αλλά δεν τολμούν
να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα με ειλικρινή τρόπο.
Η Νόνα δεν έχει πραγματική εξουσία απάνω τους
παρεκτός την όποια συναισθηματική.
Η Νόνα είναι ένα Βαμπίρ που τους πίνει το αίμα
αλλά δεν τολμούν ούτε το φως να ανάψουν
γιατί αμέσως η φωνή της αιωνόβιας Νόνας
θα τους φέρει στη σκληρή πραγματικότητα.
ΜΑΝΤΖΑΡΕ!!!!

Όλοι στην οικογένεια αγγίζουν τα όρια
του εξευτελισμού, ενώ η άπληστη Νόνα επιβιώνει .
Προσωπικά θα επιμείνω στο γεγονός ότι η Νόνα
δεν έχει άλλη εξουσία πέρα από την συναισθηματική.

Θα μπορούσε λοιπόν να συμβολίζει όχι τόσο
το δικτατορικό καθεστώς αλλά μία άλλου είδους
συναισθηματική εξουσία Ταμπού
(θρησκοληψία για παράδειγμα) από την οποία
δεν έχουμε τη δύναμη να απαλλαγούμε, την οποία
δεν έχουμε τη δύναμη να πολεμήσουμε, γιατί
την ύπαρξή της τη θεωρούμε σαν κάτι το φυσικό
και αυτονόητο στη ζωή μας ή την κοινωνική
πραγματικότητα ακόμη και όταν αυτό το συναίσθημα
από κάποιους γίνεται εργαλείο καταπίεσης
και εκμετάλευσης. Τα πλάγια μέσα είναι το άλλοθι
για να ξεγελάμε τον εαυτό μας και ικανοποιούμαστε
ότι προσπαθούμε να αντισταθούμε.

Η μόνη που ορθώνει το ανάστημά της είναι η Μαρία,
η οποία αποκαλεί τον Τσίτσο αποτυχημένο φανφαρόνο
και καλλιτέχνη της δεκάρας. Εξεγείρεται αλλά ούτε αυτή
τολμάει να το κάνει έγκαιρα και στη σωστή κατεύθυνση.
Είναι η μόνη που επιβιώνει, αφού χάσει
και τον άντρα και την κόρη της.
Οι διάλογοι είναι πολύ επιτυχημένοι και μας αφήνουν
εκείνη την γλυκόπικρη αίσθηση της ιλαροτραγωδίας.

Σημείωμα της μεταφράστριας Ειρένας Ιωαννίδου-Αδαμίδου
Το έργο "La Nonna" (σε δύο πράξεις), που γράφτηκε
το 1977, δεκατρία χρόνια μετά την πρώτη εμφάνιση
του Κόσσα στο χώρο του θεάτρου, σημειώνει ένα νέο
σταθμό, που χαρακτηρίζει η κυριαρχία του γκροτέσκου,
δηλαδή η παραμόρφωση και η συστηματική υπερβολή
των δραματικών στοιχείων, καθώς και το ανακάτεμα
του τραγικού με το κωμικό. Το διαβρωτικό χιούμορ είναι
ένα από τα πιο έντονα χαρακτηριστικά αυτού του σταθμού.
Δεδομένου ότι το έργο αυτό πρωτοανέβηκε στη διάρκεια
μιας από τις πιο αιματοβαμμένες δικτατορίες της Αργεντινής,
μπορεί να θεωρηθεί και σαν παραβολή της στρατιωτικής
εξουσίας, παντοδύναμης και άπληστης, που όχι μόνο
καταπίεσε και δολοφόνησε, μα έκανε και να λιμοκτονήσει
η πλειοψηφία του λαού. Υπάρχει αναμφίβολα
μια κοινωνικοπολιτική ερμηνεία του έργου,
που για κάποια συγκεκριμένη χρονική περίοδο,
ήτανε μάλιστα κι απαραίτητη σε μια φιμωμένη κοινωνία
που έψαχνε απεγνωσμένα να βρει,
μέσα στην καλλιτεχνική έκφραση, κάποια διέξοδο
στις καθημερινές της ταλαιπωρίες και ταπεινώσεις.
Ωστόσο, ο ίδιος ο Ρομπέρτο Κόσσα λέει ότι
είχε αρχίσει να γράφει τη «Νonna», το 1972,
με τη μορφή της κωμωδίας, εμπνευσμένος από μια
πολύ πληθωρική γιαγιά που γνώρισε.

Το έργο έμεινε στο συρτάρι μέχρι το 1976, χρόνο
που σημάδεψε την Αργεντινή η στρατιωτική επέμβαση
και οι γνωστές φρικαλεότητες που την ακολούθησαν.
Τότε ο Κόσσα ξανάβγαλε το χειρόγραφό του
από το συρτάρι και οδηγημένος από «κείνη την
ευαισθησία που τον εμπόδιζε πάντα να ζει στο περιθώριο
των όσων συνέβαιναν», αφέθηκε να ξεπεραστεί
από το θέμα του για να δημιουργήσει αυτή την
καταπληκτική μεταφορά της μάνας που καταβροχθίζει
τα παιδιά της ή πιο γενικά της οποιασδήποτε δύναμης
που μπορεί να μας καταβροχθίσει.
Τα στοιχεία, πάντως, που δίνουν σ'; αυτό το αργεντίνικο
έργο μια παγκόσμια διάσταση, είναι κυρίως ο κριτικός
ρεαλισμός και η άποψη του γκροτέσκου.
Προσωπικά πιστεύω ότι στο ρεαλισμό οφείλει
και τη διαχρονικότητά του.
Το γεγονός ότι, κάποια στιγμή, το έργο πήρε πολιτικές
διαστάσεις, του έδωσε απλώς επικαιρότητα,
όχι διαχρονικότητα. Αν δεν μεσολαβούσε η δικτατορία
του 1976 στην Αργεντινή, ο Κόσσα, πιθανότατα,
θα τελείωνε κάποτε τη «Νonna» με τον τρόπο που
την είχε αρχίσει, δηλαδή απλά και ρεαλιστικά,
με κεντρική ηρωίδα τη λαίμαργη γιαγιά που του είχε
δώσει την πρώτη έμπνευση. Και δεν είναι τυχαίο,
πιστεύω, το ότι ο συγγραφέας την τοποθέτησε
επικεφαλής μιας οικογένειας Ιταλών μεταναστών που,
λόγω παράδοσης και «ταμπού», θα ικανοποιούσε
συνέχεια τις εξωφρενικές γαστρονομικές της απαιτήσεις.
Η Νonna, γενικά και με την πλατύτερη έννοια, μπορεί να
θεωρηθεί σύμβολο της εξουσίας, της οποιασδήποτε
εξουσίας που καταπιέζει, βασανίζει και «τρώει»
ανθρώπους μέχρις εξόντωσης, μη εξαιρουμένης
της εξουσίας που ασκεί συχνά και λεγόμενη
και τρίτη ηλικία πάνω στις νεότερες γενιές.

Ο Ρομπέρτο Κόσα (Roberto Cossa)
Γεννήθηκε το 1934 στην περιοχή της Villa Park στην πόλη
του Μπουένος Άιρες. Σε 1957 με μια ομάδα φίλων διοργάνωσε
η Ανεξάρτητη Θέατρο στο San Isidro.
Στο 1960 προσχώρησε στην κουβανική επανάσταση και άρχισε
να εργάζεται κρυφά ως ανταποκριτής για την κουβανική πρακτορείο
Prensa Latina με Rodolfo Walsh.
Στο 1964 άνοιξε το πρώτο έργο του, "το Σαββατοκύριακο μας.
Στο 1971 άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος
με την εφημερίδα La γνώμη.
Σε 1977 που εκτελούνται στο Μπουένος Άιρες, ένα από τα πιο γνωστά
έργα του, "Λα Νόνα". Σε 1979 Λα Νόνα έγινε σε ταινία υπό τη
διεύθυνση του Hector Olivera και Roberto Cossa σενάριο.
Από το 1981 αυτός ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές της Ανοιχτό
Θέατρο Κινήματος, μια πολιτιστική αντίδραση κατά της στρατιωτικής
δικτατορίας η οποία είχε μεγάλη επίδραση στον πληθυσμό.
Osvaldo Dragun οργανωμένη μετακίνηση με άλλους άνδρες
και γυναίκες στο θέατρο ως Osvaldo Dragun, Jorge Rivera Lopez,
Luis Brandoni και Πέπε Soriano, υποστηριζόμενη
από Adolfo Perez Esquivel, ο νεοεκλεγείς Nobel de la Paz
και Ernesto Sabato. Ο κύκλος επαναληφθεί το 1982 στο 1983
(υπό το σύνθημα της "κερδίζει το δρόμο") και 1984 (η "teatrazo").
Σε 1983 εκτελείται με τον Carlos Somigliana το σενάριο
για την ταινία «Ο διακανονισμός" σε σκηνοθεσία Fernando Ayala.
Την ίδια χρονιά προσαρμοστεί το μυθιστόρημα για την ταινία
«Δεν υπάρχουν άλλα θλίψη ή λήθη" του Osvaldo Soriano
υπό τη διεύθυνση του Hector Olivera.
Εξελέγη πρόεδρος της Εταιρείας Συγγραφέων από την Αργεντινή,
ARGENTORES για την περίοδο 2007 - 2010

Μαρία: Νόνα Κοντοθόδωρα, Μαρίνα Μουκούλη
Ανιούλα: Φένια Παπανδρέου, Μαργαρίτα Πατέλου
Τσίτσο: Λεωνίδας Αργυρόπουλος
Μάρτα: Γιάννα Κοντοθόδωρα, Μαρία Κοντοθόδωρα
Νόνα: Μαρία Ρούση
Καρμέλο: Γιώργος Λέπουρης
Φρανσίσκο: Λάμπρος Πανόπουλος

http
/kartson.pblogs.gr

http
/www.panoramio.com/user/1638807

Έκανα μία έγγραφη κατάθεση
για την προσωπική μου ανάγνωση
πάνω στο θεατρικό έργο του Ρομπέρτο Κόσα
γιατί, όπως συνήθιζε να λέει κι ένας φίλος μου
(που όλοι μας τον φωνάζαμε Πινόκιο, από την
συνήθειά του να λέει αλήθειες αλλά με τρόπο
που οι άλλοι να τις βλέπουν σαν ψέματα),
στην τέχνη (άρα και στο θέατρο)
ο καθένας αντιλαμβάνεται αυτό που θέλει
η που μπορεί να καταλάβει.
